Ο λόγος στους πολίτες
Επικοινωνία

Χαμένες μέρες

ΓΡΑΠΤΑ 2017-01-23 00:58:24 Από: Κώστας Τόλης
Image

Ο χρόνος κυλάει αδυσώπητος, λένε... αλλά για μένα ούτε ο χρόνος, ούτε ο τόπος κυλάνε κατά κανένα τρόπο, ούτε αδυσώπητα, ούτε χαρωπά, ούτε δυστυχισμένα, ούτε ο,τιδήποτε.

Μάλλον δεν κυλάει καθόλου. Ούτε ο χρόνος, ούτε ο τόπος, αλλά ούτε και η σκέψη. Κι αν αυτό που διαβάζετε τώρα νομίζετε ότι είναι η σκέψη μου που κυλάει, κάνετε λάθος. Στην πραγματικότητά μου όμως, όλα είναι στάσιμα εδώ και αιώνες. Γιατί για να αλλάξει κάτι πρέπει να υπάρξει δράση, που θα φέρει αντίδραση και μέσω αυτών, δράσης και αντίδρασης, αιτίου και αποτελέσματος, θα έρθει μια κάποια αλλαγή, αλλά όταν δεν υπάρχει δράση, δεν υπάρχει και αντίδραση, όταν δεν υπάρχει αίτιο, δεν υπάρχει και αποτέλεσμα και έτσι όλα παραμένουν στάσιμα. Γαληνεύουν όπως η λίμνη όταν δεν τη φυσάει ο άνεμος, αλλά η παρατεταμένη γαλήνη οδηγεί σε μια λιμνάζουσα κατάσταση που καταλήγει σε βούρκο, γιατί δεν υπάρχει ανανέωση. Ανανέωση των υδάτων και όλων όσων υπάρχουν μέσα στα ύδατα. Όταν δεν υπάρχει τίποτα να κινηθεί, η φυσική κατάληξη είναι η ακινησία. Η ακινησία που πολλοί την μπερδεύουν με το θάνατο. Αλλά ο θάνατος δεν είναι ακινησία, ο θάνατος είναι μια κατάσταση αλλαγής και είναι η κατάληξη μιας κατάστασης που ήταν δραστήρια. Όταν οι λόγοι αυτής της δραστήριας κατάστασης έπαψαν να υφίστανται, επήρθε - σαν αλλαγή - ο θάνατος. Ο θάνατος όμως είναι μια κατάσταση συνεχούς αποσύνθεσης και κάτι που αποσυντίθεται φανερώνει μια κάποια δράση. Ο θάνατος δηλαδή δεν είναι στασιμότητα, αλλά μια περίοδος αποσύνδεσης των δεσμών εκείνων που κρατούσε τα στοιχεία ενωμένα. Κι όταν αυτή η κατάσταση αποσύνδεσης προχωρήσει αρκετά, μετά από ένα ορισμένο σημείο, τα στοιχεία είναι πια πάλι ελεύθερα να συνδεθούν με άλλα, νέα στοιχεία και να ξαναϋπάρξει μια νέα δραστηριότητα μέσω της μορφής ενός ζωντανού σώματος και οργανισμού. Αλλά εδώ για μένα, όπως προείπα, δεν κυλάει τίποτα και όλα είναι στάσιμα, σαν πετρωμένα και δεν υπάρχει καμία δύναμη στον κόσμο να τα κάνει να κινηθούν.

Αυτά σκεφτόμουν, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και πετάχτηκα έντρομος από την ταραχή μου, καθώς είχα βυθιστεί στην κατάσταση της στασιμότητας στην οποία είχα περιέλθει εδώ και αιώνες... Κοίταζα το τηλέφωνο που χτυπούσε και εξόργισε την υπάρξη μου ως τα κατάβαθά της και δεν ήξερα αν έπρεπε να το σηκώσω ή όχι. Μυριάδες σκέψεις πέρασαν μονομιάς από το μυαλό μου, γιατί είχα τηλέφωνο; γιατί δεν είχα κόψει το καλώδιο; γιατί άφηνα τον καθένα να εισβάλει απρόσκλητα και να διακόπτει την στασιμότητα που είχε η ζωή μου; Πέρασε αρκετή ώρα, το τηλέφωνο είχε σταματήσει να χτυπάει και τα οργισμένα κύματα του νου μου άρχισαν σιγά σιγά να καταλαγιάζουν πάλι και σιγά σιγά αλλά σταθερά, ξαναβυθιζόμουν στην στασιμότητά μου. Στη στασιμότητα αυτή που για άλλους είναι βούρκος, για άλλους γαλήνη, ενώ για μένα ήταν πλήρη αδιαφορία και ανυπαρξία και στην οποία δεν έβρισκα τίποτα για να ανησυχώ και γι αυτό άλλωστε την επεδίωξα και την πέτυχα.

Δεν έχει σημασία αν πέρασε μόνο μια στιγμή ή μερικοί αιώνες που βρίσκομαι σε αυτήν την κατάσταση, σημασία έχει ότι βρίσκομαι. Και όσο βρίσκομαι εκεί, τίποτα εξωτερικό δεν μπορεί να με ταράξει (εκτός βέβαια από το τηλέφωνο που για κάποιο ανεξιχνίαστο και σε μένα ακόμα λόγο δεν το έκοψα πριν). Και ξαφνικά εξαιτίας αυτής της υποθάλπουσας σκέψης, μήπως ξαναχτυπήσει το τηλέφωνο, άρχισε να με κυριεύει ένας πανικός, ότι μπορεί και να ξαναχτυπούσε σε λίγο. Γιατί αν ήταν κάποιος που με ήθελε για οποιοδήποτε λόγο μπορεί να υπέθεσε ότι έλειπα, αλλά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα θα επέστρεφα και θα με έβρισκε εκεί να απαντήσω. Με μεγάλη δυσκολία και αργά κοίταξα γύρω μου να βρω που έχω το ψαλίδι και μετά από ατέλειωτους αιώνες το βρήκα. Σούρθηκα ως εκεί, το άρπαξα με όλη τη δύναμη και τη μανία που είχα μέσα μου και πλησίασα το καλώδιο του τηλεφώνου. Αμφέβαλα μόνο για μια στιγμή και το έκοψα. Ήμουν πια ελεύθερος από εξωτερικές παρεμβολές. Ή έτσι νόμιζα για λίγο. Γιατί μετά από κάποια ώρα σκέφτηκα ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε μπορεί να ήθελε κάτι από μένα να ερχόταν και να μου χτυπούσε το κουδούνι. Νέες ταραγμένες σκέψεις πλημμύρισαν τη στασιμότητα της γαλήνιας λίμνης του μυαλού μου γιατί αν με το τηλέφωνο ήταν εύκολο να κόψω ένα καλώδιο, με το κουδούνι, έπρεπε να βρω που στο διάβολο ήταν χωμένα τα καλώδια που το συνέδεαν από την εξώπορτα, στο μηχανισμό που κουδούνιζε μέσα στο σπίτι. Μου ήταν αδύνατο όμως να σκεφτώ πώς λειτουργούσε αυτή η δαιμόνια κατασκευή και σκέφτηκα πως ο καλύτερος τρόπος για να απαλλαγώ μία δια παντός από αυτό, ήταν να σκεφτώ αν έχω κάποιο σφυρί και να διαλύσω τον εσωτερικό μηχανισμό που κουδούνιζε μέσα στο σπίτι. Έτσι, σκέφτηκα, δεν θα έβλεπαν και οι απέξω ότι το κουδούνι ήταν διαλυμένο και δεν θα άρχιζαν να χτυπούν την πόρτα για να τους ανοίξω. Χάρηκα για λίγο με αυτόν τον πραγματικά εξεζητημένο συλλογισμό και βάλθηκα να ψάχνω σε όλο το σπίτι να βρω αν και πού έχω κάποιο σφυρί. Αφού αναποδογύρισα όλα τα ράφια της κουζίνας, του γραφείου και όπου αλλού υπήρχε χώρος που μπορεί να φιλοξενούσε κάποιο σφυρί, το βρήκα επιτέλους πεταμένο στο διάδρομο, εκεί δίπλα που αφήνω και τα παπούτσια. Το άρπαξα με χαρά και μάτια που γυάλιζαν με ένα σαρδόνιο βλέμμα και άρχισα να ψάχνω που ήταν ο μηχανισμός που κουδούνιζε μέσα στο σπίτι. Κοίταζα ψηλά, πρώτα στο διάδρομο, μετά στο σαλόνι, πέρασα στην κρεβατοκάμαρα, πήγα στην κουζίνα, πήγα στην τουαλέτα, αλλά πουθενά δεν το έβλεπα. Άλλωστε, σκέφτηκα άξαφνα, δεν ήξερα και πώς ήταν, με τι έμοιαζε. Μετά από πολλές σκέψεις, αποφάσισα πως ο καλύτερος τρόπος να το εντοπίσω ήταν, να ανοίξω την εξώπορτα και να χτυπήσω το κουδούνι και να προσπαθήσω να καταλάβω από πού ακουγόταν. Αλλά πώς θα άκουγα μέσα, αφού θα ήμουν έξω για να το χτυπήσω; Άσε που αν άνοιγα την πόρτα για να βγω όλο και κάποιο μάτι μπορεί να με έβλεπε και αν ερχόταν μετά κάποιος να μου χτυπήσει το κουδούνι, μπορεί να έλεγε αυτό το μάτι σε αυτόν που χτυπούσε, πως με είδε μέσα και έπρεπε να ήμουν μέσα και αν δεν άνοιγα θα αρχίζαν πολλά μάτια και μυαλά να ανησυχούν γιατί δεν ανοίγω και αυτό ήταν το τελευταίο που ήθελα να συμβεί σε αυτή την ατέρμονη και ατέλειωτη στασιμότητα που είχα πετύχει με χίλια βάσανα και αγωνίες να πετύχω. Έτσι, άρχισα σιγά σιγά να σκέφτομαι, πώς ήταν ο ήχος του κουδουνιού; Αν ήταν μακρόσυρτος και τσιριχτός σαν να χτυπάς κατσαρόλες, τότε θα είχε μηχανικό μηχανισμό με έλασμα, αν έκανε απλά ένα ντιν ντον θα ήταν μάλλον ηλεκτρικός ο μηχανισμός, αλλά πάλι και τσιριχτός να ήταν ο ήχος πάλι με ηλεκτρικό μηχανισμό θα έπρεπε να δουλεύει, γιατί πώς θα έφτανε από την εξώπορτα μέσα και ποιά δύναμη θα έδινε ενέργεια στο έλασμα να σφυροκοπά την καμπανούλα; Έτσι και αφού κατέληξα με σιγουριά ότι ο μηχανισμός που κινούσε τη διαδικασία του κουδουνίσματος είχε ως ενέργεια τον ηλεκτρισμό, το μόνο που θα έπρεπε να κάνω ήταν να  κατεβάσω τις ασφάλειες του ηλεκτρικού από τον πίνακα που ήταν δίπλα στην πόρτα. Τσάμπα λοιπόν οι κόποι για την ανεύρεση του σφυριού, σκέφηκα με κάποια λύπη, αλλά χαλάλι, αφού τελικά είχα λύσει το πρόβλημά μου. Και με νέα χαρά και ορμή κατευθύνθηκα στον πίνακα ηλεκτροδότησης του σπιτιού και κατέβασα όλες τις ασφάλειες.

Γύρισα λοιπόν στα σκοτεινά στον καναπέ, ξάπλωσα αναπαυτικά και βυθίστηκα πια με σιγουριά στην απόλυτη στασιμότητα που κανένας χρόνος, κανένας τόπος και καμία σκέψη, δεν μπορούν να διακόψουν. Εκτός ίσως από...


Συνεχίζεται; θα δείξει smile





Σχολιάστε τη δημοσίευση

Το όνομά σας

Κείμενο

Email (Δεν θα φαίνεται πουθενά)

Η ιστοσελίδα σας (Προαιρετικό)